Copyright 2017 - www.kyzikos.gr

Επιφανείς Κυζικηνοί

1. Αρχαιότητα

Φιλόσοφοι

Η αρχαία ελληνική γραμματεία βρίθει ονομάτων Κυζικηνών φιλοσόφων, γεγονός δηλωτικό της πνευματικής κατάστασης της εποχής εκείνης. Ενδεικτικά αναφέρουμε τον Πυθόδωρο, τον Ιπποσθένη, τον Βούθηρο και τον Ξενόφιλο ως Πυθαγόρειους φιλοσόφους (Ιάμβλιχος, Περί του Πυθαγορείου βίου, 267), τον Τιμόλαο ως Πλατωνικό (Διογένης ο Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων, ΙΙΙ 46), τον Κέβητα ως Στοϊκό (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, IV, 45,5) και τον Απολλόδωρο ως Ατομικό φιλόσοφο (Διογένης ο Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων, IX 38).

Παρατηρείται, δηλαδή, ένας πλουραλισμός όσον αφορά τα φιλοσοφικά ρεύματα από τα οποία εμπνεύστηκαν και τα οποία ακολούθησαν οι Κυζικηνοί φιλόσοφοι. Τα παραδείγματα, βέβαια, δεν σταματούν εδώ και όποιος ανατρέξει στη βιβλιογραφία μπορεί να βρει πολλές αναφορές σε φιλοσόφους με καταγωγή από την αρχαία Κύζικο. 

Ιδιαίτερη ανοφορά αξίζει στα ονόματα του Εύδοξου και του Κάλλιππου:

Ο Εύδοξος (408 – 335 π.Χ.) θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους μαθηματικούς της αρχαιότητας, ίσως ο μεγαλύτερος μετά τον Αρχιμήδη. Σπούδασε στη Νότια Ιταλία κοντά στον Πυθαγόρειο Αρχύτα τον Ταραντίνο, στην Ακαδημία του Πλάτωνα και στην Ηλιούπολη της Αιγύπτου. Πολλές προτάσεις των Στοιχείων του Ευκλείδη οφείλονται σ’ αυτόν (Πρόκλος, Εις Ευκλείδην, 68,8), ενώ η Θεωρία λόγων και η Μέθοδος της εξάντλησης που εισήγαγε τον τοποθετούν μεταξύ των πρόδρομων του Ολοκληρωτικού Λογισμού. Ο Στράβωνας (Γεωγραφικά, ΙΙ 5,14) μας πληροφορεί ότι ο Εύδοξος είχε ιδρύσει παρατηρητήριο (αστεροσκοπείο) στην Κνίδο, το οποίο θεωρείται ως το πρώτο παρατηρητήριο των κλασσικών χρόνων. Διατύπωσε τη Θεωρία των ομόκεντρων σφαιρών σύμφωνα με την οποία οι πλανήτες, ο Ήλιος και η Σελήνη περιστρέφονται επί σφαιρών με κοινό κέντρο τη Γη.

Το 378 π.Χ. μετά από πρόσκληση των Κυζικηνών, ο Εύδοξος ιδρύει στα παράλια της Προποντίδας Φιλοσοφική Σχολή η οποία γρήγορα αποκτά μεγάλη φήμη. Η Σχολή αυτή, τηρουμένων των αναλογιών, μπορεί να θεωρηθεί ως το δεύτερο, χρονικά, Πανεπιστήμιο στην Ιστορία μετά την Ακαδημία του Πλάτωνα. Αν και 10 χρόνια περίπου αργότερα ο Εύδοξος εγκαθίσταται στην Αθήνα, η Σχολή πιθανότατα συνεχίζει να λειτουργεί υπό τον Πολέμαρχο και εν συνεχεία υπό τον Κάλλιππο τους Κυζικηνούς. Πολλοί από τους μαθητές του Ευδόξου όπως ο Μέναιχμος, ο Δεινόστρατος, ο Αθήναιος και ο Ελικώνας οι Κυζικηνοί, τον ακολουθούν στην Αθήνα. Οι μαθηματικοί αυτοί αναφέρονται από τον Πρόκλο (Εις Ευκλείδην, 67,17) ως μέλη της Ακαδημίας του Πλάτωνα. 

Ο Κάλλιπος ο Κυζικηνός (370 – 300 π.Χ.) υπήρξε μαθητής και φίλος του Ευδόξου. Στα παράλια της Προποντίδας έκανε μακροχρόνιες αστρονομικές παρατηρήσεις σχετικές με τη χρονική διάρκεια των εποχών. Από τις παρατηρήσεις αυτές και σε συνδυασμό με το έργο του Μέτωνα του Αθηναίου, κατασκεύασε ημερολόγιο διάρκειας (μήκους) 76 ετών που περιελάμβανε 940 μήνες ώστε να εναρμονιστούν τα ηλιακά και τα σεληνιακά έτη. Η αρχική θέση του κύκλου του Κάλλιππου χρησιμοποιήθηκε από τους αστρονόμους των κατοπινών χρόνων για τη βαθμονόμηση των παρατηρήσεών τους σε σχέση με τις μελλοντικές  εκλείψεις. Είναι δε πολύ πιθανό ο κύκλος Κάλλιππου των 76 ετών  να χρησιμοποιείται στον Μηχανισμό των Αντικυθήρων.

Ο Κάλλιπος ανέπτυξε περεταίρω το σύστημα των ομόκεντρων σφαιρών του Ευδόξου προσθέτοντας 7 ακόμη σφαίρες ανεβάζοντας το συνολικό αριθμό των σφαιρών σε 34. Ο Σιμπλίκιος (Σχόλια εις “Περί Ουρανού” του Αριστοτέλους, 7,32,16) αναφέρει ότι ο Κάλλιππος μαζί με τον Πολέμαρχο τον Κυζικηνό ταξίδεψαν στην Αθήνα προκειμένου να συζητήσουν τη θεωρία των ομόκεντρων σφαιρών με τον Αριστοτέλη. Δεν θα ήταν επομένως αβάσιμο να υποθέσει κανείς ότι ο Κάλλιπος δίδαξε στη Σχολή του Σταγειρίτη φιλοσόφου. Δυστυχώς τα συγγράμματα του Κάλλιππου, όπως το Περί συστήματος πλανητών, τα οποία αναφέρονται από τον Εύδημο (149,2) είχαν ήδη απολεσθεί από τον 6ο μ.Χ. αιώνα.

Υπήρξαν και επιφανείς Κυζικηνοί ιστορικοί, από την αρχαιότητα μέχρι και τους ρωμαϊκούς χρόνους, τους οποίους αναφέρουν εκτενώς άλλοι μεγάλοι σύγχρονοι και μεταγενέστεροί τους ιστορικοί (όπως ο Πλούταρχος, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, ο Διογένης Λαέρτιος και ο Στράβωνας). Οι σημαντικότεροι από αυτούς ήταν ο Νεάνθης ο Κυζικηνός, Διογένης ο Κυζικηνός, ο Αγαθοκλης, ο Ανδροσθένης, ο Σωσικράτης και ο Πολύγνωτος, ο Τεύκτρος, ο Διήλοχος και ο Απολλώδωρος ο Κυζικηνός. Οι ανωτέρω ήταν πολυγραφότατοι, σώζονται δυστυχώς όμως μόνοι οι τίτλοι έργων τους και ορισμένα αποσπάσματα.

Αναφέρονται τέλος και διακεκριμένοι ιατροί Κυζικηνοί, όπως ο Πρωταγόρας, ο Σέλευκος και ο Μνησίθεος.

 

 

2. Μεσαίωνας

Για την περίοδο αυτή γενικά στερούμαστε  πληροφοριών, φαίνεται όμως ότι κατά τους δύσκολους εκείνους χρόνους των συνεχών πολέμων και επιδρομών ήταν η Αρτάκη που διέσωσε μέρος της αρχαίας αίγλης της Κυζικηνής Χερσονήσου. Έτσι, συναντάμε τον Μητροπολίτη Κυζίκου Θεόδωρο (1230-1305), του οποίου η έδρα ήταν η Αρτάκη, να συγγράφει ιστορικό έργο με τον τίτλο Χρονολογία το οποίο καλύπτει χρονικά ολόκληρη την αρχαιότητα και φτάνει ως τον 13ο αιώνα. 

Άλλη μορφή των γραμμάτων αρτακηνής καταγωγής της εποχής εκείνης υπήρξε ο Θεόδωρος ο Υρτακηνός (1260 – 1330 περίπου). Δίδαξε στην Κωνσταντινούπολη Ρητορική και Γραμματική σε παιδιά πλουσίων οικογενειών, ενώ επί Ανδρόνικου Β΄ του Παλαιολόγου, από τον οποίο και έτυχε οικονομικής υποστήριξης, διορίστηκε Διευθυντής του «Μουσείου», δηλαδή του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης. 

 

3. Τα “πέτρινα χρόνια”

Και ενώ από τα τέλη του 14ου αιώνα περίπου στην Ευρώπη προβάλει η Αναγέννηση και εν συνεχεία ο Διαφωτισμός... «μετὰ τὴν τουρκικὴν κατάκτησιν πᾶσα παιδεία καὶ πνευματικὴ κίνησις ἔπαυσεν ἐν Ἀρτάκῃ» μας πληροφορεί ο Κων/νος Μακρής, και συνεχίζει: «καὶ μόνον παρέμεινε τὸ “κρυφὸ σχολειὸ” λειτουργοῦν τὴν νύκτα ἐν τῷ νάρθηκι τῶν ἐκκλησιῶν, εἰς ὅ ἠδύνατό τις νὰ διδαχθῇ τὸ ἀλφάβητον».

 

4. Ο νεοελληνικός διαφωτισμός

Γύρω στα 1824, με πρωτοβουλία του Μητροπολίτη Κυζίκου Ματθαίου από τον Αίνο, χτίστηκε σχολείο στην Αρτάκη, στην ενορία των Αγίων Θεοδώρων. Το σχολείο αυτό λειτούργησε μέχρι το 1891, οπότε και χτίστηκε νέο μεγαλύτερο σχολικό κτίριο. 

Διαπρεπείς δάσκαλοι του σχολείου αυτού ήταν ο Ιωάννης Φιλαλήθης, ο Δημήτριος Δανασσής, ο Αθανάσιος Γκιών, ο Ιωάννης Πανώριος, ο Πέτρος Φιλανθίδης, ο Ιωάννης Πολύβιος, ο Ιωάννης Ιλλίδης, ο Στυλιανός Μαρίνος κ.ά. 

Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στον Πέτρο Φιλανθίδη. Γεννημένος στην Αρτάκη της Κυζίκου περί το 1840, ήταν ο ενδέκατος (και τελευταίος) αναμορφωτής της Βυζαντινής μουσικής, αγωνιζόμενος με το έργο του να αποφευχθεί η τετραφωνία και να αποκαθαρθεί η Βυζαντινή μουσική από τουρκικά στοιχεία. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Φιλήντας αλλά σύμφωνα με μαρτυρία του γιού του Μένου, το άλλαξε επί το αρχαιοπρεπέστερο. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη και μυήθηκε στη Βυζαντινή και την Αραβοπερσική μουσική. Δίδαξε Ελληνικά στο Αρρεναγωγείο της Αρτάκης και ανέλαβε τη θέση του πρωτοψάλτη στὸ Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Νικολάου Αρτάκης. Υπήρξε μέλος του «Εκκλησιαστικού Μουσικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως», διδάσκοντας για ένα διάστημα στη Μουσική Σχολή αυτού. Ανάμεσα στὸ πλούσιο συγγραφικό και ερευνητικό του έργο, εξέχουσα θέση κατέχει το δίτομο Δοξαστάριο με τίτλο Αθωνιάς (Κων/πολη, 1906), η μελοποίηση του ασματικού μέρους της ακολουθίας του Αγίου Αιμιλιανού και η μελέτη με τίτλο «Η καθ’ ημάς Εκκλησιαστική Μουσική εν σχέσει προς τας των άλλων εθνών». Πέθανε στην Κωνσταντινούπολη το 1915.

Σημαντική Κυζικηνή μορφή του 19ου αιώνα ήταν επίσης ο Αθανάσιος Κυζικηνός (1825 – 1900), γεννημένος στην Πάνορμο, ο οποίος σπούδασε μαθηματικά στη Σορβόνη και δίδαξε σε διάφορες πόλης της Ευρώπης και από το 1972 στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ως τακτικός Καθηγητής. Το επιστημονικό και συγγραφικό του έργο ήταν πλούσιο και ετύγχανε της εκτίμησης των μεγαλύτερων συγχρόνων του μαθηματικών της Ευρώπης.

 

5. Η ακμή

Κατά τα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα,  Δάσκαλοι του σχολείου αυτού ήταν μεταξύ άλλων οι Ορέστης Λογοθετίδης, Ιωάννης Γρυπάρης, Μένος Φιλήντας, Χρήστος Τουργούτης, Παναγιώτης Παναγόπουλος, Θεοδόσιος Κρίκης, Κων/νος Ζιώγας, Γεώργιος Κούζος, Ανδρέας Τοζίδης, Ειρηναίος Παπαδόπουλος, Νικόλαος Κόρακας, Αργύριος Κόρακας και Απόστολος Σαχίνης.

Ιδιαίτερη αναφορά αξίζουν δύο μορφές του δημοτικισμού που δραστηριοποιήσθηκαν στην περιοχή, ο Αρτακηνός Μένος Φιλήντας και ο Ιωάννης Γρυπάρης από τη Σίφνο. 

Ο Ιωάννης Γρυπάρης (1870 – 1942) στα τέλη του 19ου αιώνα υπηρέτησε ως Σχολάρχης στο Αρρεναγωγείο της Αρτάκης. Το 1893 στη γιορτή των Τριών Ιεραρχών, ο Γρυπάρης, δεν εκφώνησε τον καθιερωμένο λόγο ηθικοθρησκευτικού περιεχομένου αλλά έναν λόγο υπέρ της Δημοτικής γλώσσας με τον τίτλο «Λόγος περί γλωσσικού ζητήματος». Ένα γλωσσικό μανιφέστο ουσιαστικά, το πρώτο, απ’ όσο γνωρίζουμε, κείμενο που ακούγεται μέσα σε σχολείο μετά το αιρετικό για την εποχή του «Ταξίδι» του Ψυχάρη. 

Ο Μένος Φιλήντας (1870 – 1934) από την Αρτάκη, ήταν γλωσσολόγος, λαογράφος και λογοτέχνης, γιός του λόγιου Πέτρου Φιλανθίδη. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, στη συνέχεια στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Διδασκαλείο της Θεσσαλονίκης. Εργάστηκε ως δάσκαλος στὸ Αρρεναγωγεῖο της Αρτάκης, γράφοντας παράλληλα έπη και ωδὲς στην Επιθεώρηση του Νεολόγου, καθώς και σε άλλα περιοδικά. Εκει, στα 1893, γνωρίζει τον Ιωάννη Γρυπάρη ο οποίος τον μυεί στον Δημοτικισμό. Με τον Γρυπάρη θα συνεργαστούν στην Κωνσταντινούπολη το 1896 για να εκδόσουν τη Φιλολογική Ηχώ και αργότερα, την περίοδο 1898-1899, με κέντρο την Προύσσα, θα περιοδεύσουν στις ελληνικὲς επαρχίες «για να διορθώσουν την ελληνικὴ γλώσσα». Τὸ 1901 βραβεύτηκε σε γλωσσικό διαγωνισμό της εφημερίδας Άστυ, προκηρυγμένο από τον Ψυχάρη, με το έργο του Γραμματική της Ρωμαίικης Γλώσσας. Φυλακίστηκε δύο φορές από τις Τουρκικές αρχές (1902 – 1903 στην Προύσσα και 1904 – 1905 στην Αρτάκη) λόγω του πατριωτικού του αγώνα, τον οποίο συνδύαζε με την προσπάθεια για την καθιέρωση της δημοτικής. Το 1913 εγκαθίσταται στην Αθήνα και ἐργάζεται ως δάσκαλος και δημοσιογράφος και συγγραφέας. Απὸ το μεγάλο συγγραφικό του έργο, ενδεικτικὰ αναφέρουμε τα πεζογραφήματα Ταορμίνα και Ανατολίτικες ιστορίες, την ποιητική συλλογή Οχτάβες, τη μετάφραση τού Παίχτη τοῦ Ντοστογιέφσκι και το μεγάλο τετράτομο έργο Γλωσσογνωσία και Γλωσσογραφία Ελληνική. 

Άλλοι διαπρεπείς Κυζικηνοί των νεωτέρων χρόνων ήταν:

Ο Μαργαρίτης Ευαγγελίδης (1850 – 1926), από τη Μηχανιώνα της Κυζίκου, ήταν καθηγητής της ιστορίας της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και στα πανεπιστήμια Αθηνών, Λειψίας και Βερολίνου, όπου έλαβε το διδακτορικό του. Από το συγγραφικό του έργο ξεχωρίζει η Ιστορία της Θεωρίας της γνώσεως και η Επιτομή της Ελληνικής Φιλοσοφίας. Σημαντικότερο από όλα όμως ήταν η έντονη Εθνική του δράση, με στόχο τη βοήθεια της γεννέτειράς του. Ως πρόεδρος του Μικρασιατικού Συλλόγου Ανατολή, συνέβαλλε αποφασιστικά στην εκπαίδευση μιας «στρατιάς» δασκάλων και ιερέων οι οποίοι στελέχωναν στη συνέχεια τα ελληνικά σχολεία της Μικράς Ασίας. 

Ο Κωνσταντίνος Μακρής (1850 – 1920), ιατρός και συγγραφέας από την Αρτάκη της Κυζίκου. Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στα Πανεπιστήμια του Μονάχου και του Στρασβούργου, όπου έλαβε το διδακτορικό του. Εργάστηκε δίπλα στον Παστέρ στο Παρίσι και τιμήθηκε από την Ιατρική Ακαδημία Παρισίων για την ανακάλυψη ειδικού κλίβανου παστερίωσης, ο οποίος πήρε το όνομά του. Επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη όπου ίδρυσε δική του κλινική,  διετέλεσε Πρόεδρος της Αυτοκρατορικής Ιατρικής Εταιρείας Κων/λεως και προσωπικὸς ιατρὸς του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιωακείμ του Γ’. 

Πραγματοποίησε περιηγήσεις, συστηματικές αρχαιολογικές ανασκαφές, τοπογραφικὲς μελέτες και λαογραφικές καταγραφές στην Κυζικηνή χερσόνησο, με έδρα την Αρτάκη, όπου το 1894 ίδρυσε χειρουργική Κλινική. Κορύφωση του ερευνητικού του έργου εκτός του ιατρικού πεδίου ήταν η ανακάλυψη αρχαίου υδροθεραπευτηρίου και ιαματικών υδάτων στη νήσο Κερά στην είσοδο του κόλπου της Αρτάκης. 

Με την επιστροφὴ του στην Κωνσταντινούπολη το 1900, διορίζεται ιατρὸς της Περσικής Πρεσβείας και γίνεται κύριος μοχλός ίδρυσης στην Κωνσταντινούπολη Περσικού Νοσοκομείου. Στο νοσοκομείο αυτὸ υπήρξε ο επικεφαλής χειρουργός για πολλά χρόνια. 

Κατὰ τὸν Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι Τούρκοι συστηματικά εξετόπιζαν τους Έλληνες των Μικρασιατικών παραλίων, ο Κωνσταντίνος Μακρής ανέλαβε να πείσει για το άδικο των εκτοπίσεων τον Γερμανό Αρχιστράτηγο Otto Liman fon Sanders, ανώτατο στρατιωτικό διοικητή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έπειτα από επανειλημένες πιέσεις κατάφερε τουλάχιστον να αποσπάσει διαταγὴ για τον μη εκτοπισμό, κατ’ εξαίρεση, των κατοίκων της Αρτάκης και της Πανόρμου, συμβάλλοντας έτσι στη σωτηρία ενός μεγάλου μέρους του Ελληνικού πληθυσμού της περιοχής.  

Για την επιστημονικὴ του προσφορά τιμήθηκε από την Τουρκική Κυβέρνηση με τα παράσημα Μετζηδιὲ (Medjidié) και Οσμανιέ (Osmanié), όπως επίσης και με το Μετάλλιο Καλών Τεχνών για «ορθοπεδικήν τράπεζαν» την οποία επινόησε βάσει των συγγραφών του Ιπποκράτους, ενώ από την Περσική Κυβέρνηση τιμήθηκε με το Παράσημο Λέοντος του Ηλίου.

 

Δοκιμαστικό κείμενο 1

The site amid the marshes of Balkiz Serai is known as Bal-Kiz and entirely uninhabited, though under cultivation. The principal extant ruins are the walls, dating from the fourth century, which are traceable for nearly their whole extent, and the substructures of the temple of Hadrian, the ruins of a Roman aqueduct and a theatre.

The picturesque amphitheatre, intersected by a stream, built in the third century B.C., was one of the largest in the world; its diameter was nearly 500 feet (150 m). Of this magnificent building, sometimes ranked among the seven wonders of the ancient world, thirty-one immense columns still stood erect in 1444. These have since been carried away piecemeal for building purposes.

Colossal foundations of a temple dedicated to the Emperor Hadrian are still visible: the columns were 21.35 metres high (about 70 feet), while the highest known elsewhere, those at Baalbek in Syria are only 19.35 metres (about 63 feet).

The monuments of Cyzicus were used by the Byzantine emperor Justinian as a quarry for the building of his Saint Sophia cathedral, and were still exploited by the Ottomans.

Δοκιμαστικό κείμενο 2

The site amid the marshes of Balkiz Serai is known as Bal-Kiz and entirely uninhabited, though under cultivation. The principal extant ruins are the walls, dating from the fourth century, which are traceable for nearly their whole extent, and the substructures of the temple of Hadrian, the ruins of a Roman aqueduct and a theatre.

The picturesque amphitheatre, intersected by a stream, built in the third century B.C., was one of the largest in the world; its diameter was nearly 500 feet (150 m). Of this magnificent building, sometimes ranked among the seven wonders of the ancient world, thirty-one immense columns still stood erect in 1444. These have since been carried away piecemeal for building purposes.

Colossal foundations of a temple dedicated to the Emperor Hadrian are still visible: the columns were 21.35 metres high (about 70 feet), while the highest known elsewhere, those at Baalbek in Syria are only 19.35 metres (about 63 feet).

The monuments of Cyzicus were used by the Byzantine emperor Justinian as a quarry for the building of his Saint Sophia cathedral, and were still exploited by the Ottomans.

f t g m